Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Ο ΣΕΡ ΣΤΗΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ: Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ


Ο ΣΕΡ ΣΤΗΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟ






Ο ΣΕΡ ΣΤΗΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟ
=========================
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ
______________
Δημοσιογράφος: Πῶς βλέπετε τήν Ὀρθοδοξία;
Ράνσιμαν: Ἔχω μεγάλο σεβασμό γιά τήν Ὀρθοδοξία, διότι μόνον ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει πώς ἡ θρησκεία εἶναι μυστήριο. Οἱ ρωμαιοκαθολικοί κι οἱ προτεστάντες θέλουν νά τά ἐξηγήσουν ὅλα. Εἶναι ἄσκοπο νά πιστεύεις σέ μία θρησκεία, θεωρώντας ὅτι αὐτή ἡ θρησκεία θά σέ βοηθήσει νά τά καταλάβεις ὅλα. Ὁ σκοπός τῆς θρησκείας εἶναι ἀκριβῶς γιά νά μᾶς βοηθάει νά κατανοήσουμε τό γεγονός ὅτι δέν μποροῦμε νά τά ἐξηγήσουμε ὅλα. Νομίζω πώς ἡ Ὀρθοδοξία συντηρεῖ αὐτό τό πολύτιμο αἴσθημα τοῦ μυστηρίου.
Δ: Μά, χρειαζόμαστε τό μυστήριο;
Ρ: Τό χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε αὐτή τή γνώση πού λέει πώς στό σύμπαν ὑπάρχουν πολύ περισσότερα ἀπό αὐτά πού μποροῦμε νά κατανοήσουμε. Χρειαζόμαστε τήν διανοητική μετριοφροσύνη, κι αὐτή ἀπουσιάζει, εἰδικά μεταξύ τῶν Δυτικῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν.
Δ: Αὐτό εἶναι χαρακτηριστικό της σχέσης τῶν ὀρθοδόξων μέ τούς ἁγίους τους, ὁ σεβασμός τῆς ταπεινότητας.
Ρ: Ποτέ δέν πίστεψα ὅτι μπορεῖς νά διαχωρίσεις τήν πίστη πρός τούς Ἁγίους ἀπό τή διανόηση. Ἐπιστρέφω σέ ὅσα εἶπα γιά τίς ἐκκλησίες. Ἀπό τή στιγμή πού προσπαθεῖς νά ἐξηγήσεις τά πάντα, καταστρέφεις οὐσιαστικά αὐτό πού θά ἔπρεπε νά ἀποτελεῖ τήν ἀνθρώπινη διαίσθηση, αὐτή πού συνδέει τή διανόηση μέ τούς ἁγίους καί τήν αἴσθηση τοῦ Θεοῦ.
Δ: Πῶς βλέπετε τίς ἄλλες ἐκκλησίες;
Ρ: Ἡ ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία ἦταν πάντα καί πολιτικό ἵδρυμα, ἐκτός ἀπό θρησκευτικό, καί πάντα ἐνδιαφερόταν γιά τόν νόμο. Πρέπει νά θυμόμαστε πώς, ὅταν ἡ ρωμαϊκή αὐτοκρατορία κατέρρευσε στή Δύση καί ἦρθαν τά βαρβαρικά βασίλεια, οἱ ρωμαῖοι ἄρχοντες χάθηκαν, ἀλλά οἱ ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες παρέμειναν κι ἦταν κι οἱ μόνοι μέ ρωμαϊκή μόρφωση, οπότε αὐτοί χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τούς βάρβαρους βασιλεῖς γιά νά ἐφαρμόσουν τό νόμο. Ἔτσι, ἡ Δυτική Ἐκκλησία «ἀνακατεύτηκε» μέ τόν νόμο. Τόν βλέπεις τόν νόμο στή ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία: θέλει νά εἶναι ὅλα νομικά κατοχυρωμένα.
Στό Βυζάντιο, καί εἶναι ἐνδιαφέρον πώς μετά τήν τουρκική κατάκτηση τά ὑποστρώματα παραμένουν, ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται μόνον γιά τόν Κανόνα, τόν νόμο τῶν γραφῶν. Δέν ἔχει τήν ἐπιθυμία νά καθορίσει τά πάντα. Στίς δυτικές Ἐκκλησίες πού ἀποσχίστηκαν ἀπό τή ρωμαιοκαθολική, ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου, τοῦ ἀπόλυτου καθορισμοῦ, ἔχει κληρονομηθεῖ.
Ἔχει πολύ ἐνδιαφέρον νά μελετήσει κανείς, καί μελετῶ ἐδῶ καί καιρό, τόν διάλογο ἀνάμεσα στήν Ἀγγλικανική Ἐκκλησία τοῦ 17ου αἰώνα καί τήν Ὀρθόδοξη. Οἱ Ἀγγλικανοί ἦταν ἰδιαίτερα ἀνάστατοι διότι δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν τί πίστευαν οἱ Ὀρθόδοξοι σχετικά μέ τήν μεταβολή τοῦ οἴνου καί τοῦ ἄρτου σέ αἷμα καί σῶμα. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἔλεγαν «εἶναι μυστήριο, πού δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε. Πιστεύουμε ὅτι γίνεται, ἀλλά τό πῶς δέν τό γνωρίζουμε». Οἱ Ἀγγλικανοί ὅπως καί οἱ ρωμαιοκαθολικοί ἤθελαν μία καθαρή ἐξήγηση. Αὐτή εἶναι ἡ τυπική διαφορά τῶν Ἐκκλησιῶν καί γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἀγαπῶ τούς Ὀρθοδόξους.
ΠΗΓΗ: “Ρωμέηκο οδοιπορικό”

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010


Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ






Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ
===========
Ἡ ἄλλοτε ξεχασμένη κι ἄλλοτε ὑποτιμημένη βυζαντινή ἱστορία – γιά μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τούς δύο τελευταίους αἰῶνες καθετί βυζαντινό αὐτομάτως ἐντασσόταν στό χῶρο τοῦ σκοταδισμοῦ – ἔγινε, εὐτυχῶς, κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες ἀντικείμενο σοβαρῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Οἱ ἱστορικοί, πολλοί μάλιστα ἀπό αὐτούς ἐντάσσονται στούς κύκλους τῶν διανοουμένων, πού ἀνέλαβαν ὄχι μόνο νά γεφυρώσουν τό «ἀναμέσον χάσμα» μεταξύ τοῦ Ἀρχαίου καί Νέου Ἑλληνισμοῦ, ἔτσι χαρακτήριζε τό Βυζάντιο ὁ Ν. Σαρίπολος, Καθηγητής τῆς Νομικῆς Σχολῆς στόν 19ο αἰώνα, ἀλλά καί νά ἀποκαταστήσουν τή βυζαντινή οἰκουμένη, ἀποτελοῦν σήμερα ἀξιοσέβαστο πεδίο μελέτης καί κατανόησης αὐτῆς τῆς πολυεπίπεδης καί σύνθετης ἱστορικῆς διαδικασίας, πού ἐπικράτησε νά ὀνομάζεται βυζαντινός πολιτισμός.
Σήμερα τό Βυζάντιο ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πιό προσφιλῆ θέματα τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου. Ἐπιστήμονες διεθνοῦς κύρους, ἱστορικοί, θεολόγοι, ἱστορικοί τῆς τέχνης, νομικοί, ὁμολογοῦν καί τεκμηριώνουν τήν σπουδαιότητα καί τή γενναία συμβολή τοῦ βυζαντινοῦ κοσμοειδώλου, στόν σημερινό πολιτισμό. Πάμπολλες μελέτες, ἀναφερόμενες στήν πολιτική, τήν κοινωνική, τή διοικητική, τή στρατιωτική καί ἐκκλησιαστική ἱστορία του, ἀναιροῦν προγενέστερες πλάνες καί ἀναγνωρίζουν τόν πολιτισμό τῶν βυζαντινῶν, ὡς τόν παράγοντα ἐκεῖνο πού διαδραμάτισε ἀποφασιστικό ρόλο στήν ἀνάπτυξη τόσο τῆς Ἀνατολικῆς, ὅσο καί τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης.
Ο Sir Steven Ransiman, τόν ὁποῖο ἡ ἐπιστημονική κοινότητα ἀποτέλεσε φωτεινό παράδειγμα, ἀκραιφνοῦς καί ἐμβριθέστατου ἱστορικοῦ βυζαντινολόγου ἐπιστήμονα. Ὄλβιος δημιουργός, ἔγινε γιά τίς διεθνεῖς ἱστορικές σπουδές τό μέγα ἀγκωνάρι. Ὡς ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους βυζαντινολόγους κατάφερε κι ἔσυρε ἀπό τή λήθη, ὅ,τι θαυμαστό εἶχε νά ἐπιδείξει τό Βυζάντιο. Τό πολυσχιδές ἔργο του, πράγματι, ἀποτελεῖ μία τεκμηριωμένη καταγραφή, ἀλλά καί ἑρμηνεία τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας. Ἄν κάτι ἀφήνουν τά γραφτά του, εἶναι τό γεγονός ὅτι εἶδε τό Βυζάντιο ὡς μία συμπαγῆ ἱστορική ἑνότητα, τήν ὁποία ἀμερόληπτα μελέτησε, δίνοντας στίς ἑπόμενες γενιές τῶν ἱστορικῶν τόν τρόπο, ἀκόμη πιό στοχαστικά νά τό μελετήσουν.
Πρέπει σοβαρά νά λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ Ransiman μελέτησε τό Βυζάντιο ὑπό τό πλαίσιο τῶν τριῶν συντεταγμένων πού ὁριοθέτησαν τή χιλιετῆ μοίρα τῆς θεοκρατικῆς αὐτοκρατορίας του: τόν ἑλληνισμό, τή ρωμαϊκή νομοθεσία καί τήν Ὀρθοδοξία· αὐτό δηλαδή τό περιεχόμενο πού οὐσιαστικά διαμόρφωσε τήν πολιτισμική ταυτότητά του. Τούτη τή διεργασία, πού ἄρχισε τόν 4ο καί συνεχίστηκε ἕως τά μέσα τοῦ 15ου αἰώνα, ὁ Ransiman κατάφερε νά μᾶς τήν κληροδοτήσει δίχως νά φαντάζει μακρινή καί ξένη.
Μέ ἀσκητικό βλέμμα, ὁ μέγιστος αὐτός βυζαντινολόγος, εἶδε τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία καί τόν γοήτευσε. Στούς κόλπους ἀνοίχθηκε μέ διάθεση. Καί γι’ αὐτήν ἐμφαντικά ὑπογράμμιζε: «οἱ Ἕλληνες ἔχουν μία κληρονομιά γιά τήν ὁποία μποροῦν νά αἰσθάνονται περήφανοι, μία κληρονομιά πού δέν πρέπει νά χαθεῖ μέσα στίς ἐναλλασσόμενες ὑλικές καταστάσεις. Στούς σκοτεινότερους αἰῶνες τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἐκείνη ἡ ὁποία, παρ’ ὅλες τίς πολλές δυσκολίες, τίς πολλές ἀπογοητεύσεις καί αὐτές ἀκόμη τίς ταπεινώσεις, μπόρεσε ὄχι μόνο νά προσφέρει πνευματική ἀνακούφιση ἀλλά καί νά συντηρήσει καί διατηρήσει τίς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ μοντερνιστές ἔχουν συχνά ὑποτιμήσει τό ρόλο της ὑπογραμμίζοντας τό κενό, τό χάσμα πού ὑπάρχει μεταξύ του ἀρχαίου καί χριστιανικοῦ κόσμου. Ἀλλά τό χάσμα δέν εἶναι ἀγεφύρωτο. Οἱ Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διέσωσαν πολλά ἀπό τά πιό ὡραία, πού εἶχε ἡ ἀρχαία ἑλληνική σκέψη καί τό ἀρχαῖο ἑλληνικό πνεῦμα, καί τά παρέδωσαν στήν Ἐκκλησία ὡς αὐτή τήν ἡμέρα. Ὁ ἐθνισμός μπορεῖ νά γίνει κακό πράγμα. Ὅμως ἕνα αἴσθημα ἐθνικῆς ταυτότητας, πού νά μήν βασίζεται σέ φιλόδοξο σωβινισμό ἀλλά σέ μία μακριά παράδοση πολιτιστικῶν ἀξιῶν, εἶναι ζήτημα γιά νόμιμη καύχηση καί περηφάνια».
Στό πρόσωπο τοῦ Ransiman τό ἀγγλόφωνο και, κατ’ ἐπέκταση, τό διεθνές ἐπιστημονικό κοινό ἀνακάλυψε τό Βυζάντιο καί ἀφύπνισε ἀπό τήν κατάκριση πού δύο αἰῶνες πρίν ὁ Edward Gibbon ἔκανε γι’ αὐτό, χαρακτηρίζοντας τή χιλιόχρονη ἱστορία του ὡς «θρίαμβο τῆς βαρβαρότητας καί τῆς θρησκείας».
Εἶναι μακρύς ὁ κατάλογος τῶν μελετῶν καί τῶν αὐτοτελῶν βιβλίων του πάνω στά ὁποῖα σήμερα, ὅσοι ἐπιζητοῦν τή ψηλάφηση τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, μποροῦν χωρίς κανένα δισταγμό νά προσφύγουν. Καί μόνο μία ἁπλή παράθεση τῶν τίτλων, πού εὔκολα θά μποροῦσε κανείς νά κάμει, ἀνατρέχοντας σέ ἐνημερωμένες ἰδιωτικές καί δημόσιες βιβλιοθῆκες, μαρτυρεῖ τήν ἐμμονή του γιά ἐμφάνιση τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ ὡς μείγματος διαποτισμένου μέ κάλλος καί θαυμασμό.
Στό σύνολό του τό ἔργο τοῦ Ransiman, ἰχνογραφεῖ καί διαφωτίζει τή βυζαντινή ἱστορία μέσα ἀπό τόν χαρακτήρα τῶν ἀνθρώπων, τήν ποικιλία τῶν θεσμῶν, τῶν τρόπων σκέψης καί τῶν πολιτισμικῶν ἐκφράσεών του. Ἀρκετό ἀπό τό συγγραφικό ἔργο του, μεταφρασμένο στήν ἑλληνική, προσκαλεῖ κάθε φιλοβυζαντινό ἀναγνώστη σέ πραγματική θέαση τοῦ ἐπιφανοῦς μεσαιωνικοῦ κόσμου. Ὡς κλασικός ἱστορικός, ὁ Ransiman ἐπιμελῶς ἐπιστρέφει στίς βυζαντινές πηγές, προσφέροντάς μας μία σύνθετη εἰκόνα τῆς πολιτιστικῆς, κοινωνικῆς, καί πολιτικῆς δομῆς τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Γιά τό λόγο αὐτό, οἱ νεότεροι βυζαντινολόγοι, θά πρέπει νά τοῦ εἶναι εὐγνώμονες, γιατί δημιούργησε τήν πιό ἔγκυρη καί περιεκτική ἱστορική ἐπισκόπηση τῆς βυζαντινῆς περιόδου.
ΠΗΓΗ: Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010


ΣΕΡ ΣΤΗΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ








ΣΕΡ ΣΤΗΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ
==========
Ὁ ἱστορικός, συγγραφέας, ἀκούραστος περιηγητής καί σαγηνευτικός ἀφηγητής σέρ Στήβεν Ράνσιμαν γεννήθηκε στίς 7 Ἰουλίου τοῦ 1903 στή Βόρεια Ἀγγλία καί ἔζησε 97 χρόνια, γιά νά συνδεθεῖ καί νά ἀγαπήσει ὅσοι λίγοι τή χώρα μας.
Μία ἀπό τίς πρῶτες εἰκόνες, πού θυμᾶται, ἦταν, ὅταν εἶδε ἀπό τή θαλαμηγό τοῦ παπποῦ του, τόν βράχο τῆς Μονεμβασιᾶς νά ἀναδύεται ἀπό τή θάλασσα μέ τό βυζαντινό κάστρο στήν κορυφή του. Ἦταν τότε 21 ἐτῶν, σπουδαστής στό Κέιμπριτζ, ἤδη γνώστης τῆς ἑλληνικῆς, τήν ὁποία διδάχθηκε ἀπό τήν ἡλικία τῶν ἑπτά χρόνων καί ἀφοῦ εἶχε μάθει γαλλικά καί λατινικά. Ὁ γιός τῶν Φιλελεύθερων νομικῶν μέ ἔντονη πολιτική δραστηριότητα (οἱ γονεῖς του ἦταν τό πρῶτο ζευγάρι πού κάθισε μαζί στή Βουλή τῶν Κοινοτήτων) σέ καμιά περίπτωση δέν ἦταν ἕνα συνηθισμένο ἀγόρι. Γλωσσομαθής, γοητευτικός, μέ κοινωνικές γνωριμίες, ὁ νεαρός Στίβεν γινόταν τό ἐπίκεντρο τῆς προσοχῆς κάθε συντροφιᾶς. Προτοῦ κλείσει τά 30 του χρόνια ἦταν ἤδη καθηγητής Πανεπιστημίου στό Κέιμπριτζ ὡς βυζαντινολόγος. Ἡ καρδιά του ὅμως ἦταν στά ταξίδια καί στήν ἔρευνα, ὡς «περιπλανώμενος λόγιος».
Ἀρχίζει τά ταξίδια σέ ὅλο τόν κόσμο, σέ μία ἐποχή πού ὁ τουρισμός δέν ἔχει ἀκόμη ἐφευρεθεῖ καί συναντᾶ ἀνθρώπους μυθικούς: ἀπό τόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο ὡς τόν Πού Γί, τόν τελευταῖο αὐτοκράτορα τῆς Κίνας. Ὅταν ξεσπᾶ ὁ Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, τοποθετεῖται ἀκόλουθος Τύπου στή Σόφια, φυγαδεύεται ἐν συνεχείᾳ στό Κάιρο, μεταβαίνει στά Ἱεροσόλυμα καί ὕστερα ἀπό πρόσκληση τῆς Τουρκίας πηγαίνει στήν Κωνσταντινούπολη. Σέ συνέντευξή του στό «Βῆμα» τό 1997 διηγήθηκε, πῶς βρέθηκε στήν πόλη τῶν μελετῶν του. «Ὁ πρόεδρος Ἰνονού περπατοῦσε στήν πόλη καί ρωτοῦσε γιά διάφορα κτίρια, πού ἔβλεπε, καί οὐδείς γνώριζε νά τοῦ πεῖ τίποτε περισσότερο πέραν τοῦ ὅτι ἦταν Βυζαντινά. Πρόσταξε, λοιπόν, νά τοῦ βροῦν ἀμέσως ἕναν καθηγητή. Ὁ ἄγγλος πρόξενος στήν Τουρκία ἔτυχε νά εἶναι μαθητής μου καί ἔτσι βρέθηκα νά ὀργανώσω ἕδρα Βυζαντινῶν Σπουδῶν στό Πανεπιστήμιο τῆς Κωνσταντινούπολης».
Τρία χρόνια ἀπό τό 1942 ὡς τό 1945 ὁ Στήβεν Ράνσιμαν διδάσκει στό λίκνο τοῦ μεσαιωνικοῦ ἑλληνισμοῦ Βυζαντινή Ἱστορία καί Τέχνη. Τό 1945 ἔρχεται στήν Ἑλλάδα, γιά νά διευθύνει δύο χρόνια τό Βρετανικό Συμβούλιο καί νά γνωρίσει, μεταξύ ἄλλων, τόν Γιῶργο Σεφέρη, τόν Ἄγγελο Σικελιανό καί τόν Δημήτρη Χόρν.
Ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν χρίζεται ἱππότης τό 1958 ἀπό τή βασίλισσα Ἐλισάβετ καί δίνει διαλέξεις σέ ὅλα τά μεγάλα πανεπιστημιακά ἱδρύματα τοῦ κόσμου. Ὅσοι εἶχαν τήν τύχη νά τόν ἀκούσουν, συμφωνοῦν ὅτι ἦταν ἕνας ἀξέχαστος ὁμιλητής, ὅπως γιά παράδειγμα ὅταν διηγοῦνταν μέ μελαγχολία ἀλλά καί σπαραγμό τίς τελευταῖες στιγμές μίας χιλιόχρονης αὐτοκρατορίας, καταδικασμένης νά χαθεῖ, ἀλλά πολύ περήφανης γιά νά παραδοθεῖ.
Συνεργάζεται ἐπίσης μέ τό Βρετανικό Μουσεῖο, τό Μουσεῖο Βικτόρια καί Ἄλμπερτ, τή βιβλιοθήκη τοῦ Λονδίνου καί τιμᾶται μέ πολυάριθμα πανεπιστημιακά διπλώματα, ἐνῶ καί ἡ Ἑλλάδα τοῦ ἀναγνωρίζει τή συμβολή του στή μετάδοση μίας εἰκόνας θετικῆς γιά τήν ἀπό πολλούς παραγνωρισμένη περίοδο τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας: ὁ ἴδιος ἔχει τιμηθεῖ μέ τό χρυσό μετάλλιο τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν (1990), δρόμοι στόν Μυστρᾶ καί στή Μονεμβασιά φέρουν τό ὄνομά του, ἐνῶ στήν ἀπονομή τῶν βραβείων Ὠνάση τό 1997 ὁ σέρ Στήβεν Ράνσιμαν μοιράζεται τό βραβεῖο γιά τόν Πολιτισμό μέ τήν κυρία Ντόλυ Γουλανδρή. Καί μέ μία κίνηση συμβολική διαθέτει τό χρηματικό ἔπαθλο, πού τό συνοδεύει, γιά τήν ἀναστήλωση τοῦ βυζαντινοῦ πύργου τοῦ Πρωτάτου στό Ἅγιον Ὅρος.
Ὁ «προπαγανδιστής» αὐτοῦ του κομβικοῦ μέρους τῆς ἱστορίας μας ἦταν πολυγραφότατος. Τήν ἐκπληκτική μονογραφία του γιά τόν «Αὐτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό καί τή βασιλεία του» (1929) ἀκολούθησαν, μεταξύ ἄλλων, «Τό πρῶτο βουλγαρικό κράτος» (1930), «Βυζαντινός πολιτισμός» (1993) καί ἡ τρίτομη «Ἱστορία τῶν Σταυροφοριῶν» (1951, 1954), τό γνωστότερο ἔργο του, πού ἄλλαξε τήν ἀντίληψη τοῦ δυτικοῦ κόσμου γιά τίς Σταυροφορίες, κλίνοντας «σαφῶς πρός τήν πλευρά τοῦ Βυζαντίου ἔναντι τῆς μισαλλοδοξίας καί τοῦ πλιάτσικου στό ὁποῖο ἐπιδιδόταν ἡ Δύση», ὅπως ἔγραψε ἡ ἐφημερίδα «The Times». Σημαντικά ἔργα του ἐπίσης εἶναι «Ἡ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως» (1965), «Βυζαντινή θεοκρατία» (1977) καί ἄλλα.
Ὁ σέρ Στήβεν Ράνσιμαν ἔφυγε πλήρης ἡμερῶν τό φθινόπωρο τοῦ 2000. Ἡ ζωή του κύλησε περίπου ὅπως ὁ ἴδιος ὅρισε τήν ἱστορία. «Δέν εἶναι μία σειρά λιμνοῦλες μέ στάσιμα νερά, ἀλλά ἕνας ποταμός πού τρέχει ἀσταμάτητα καί ὁρμητικά».
ΠΗΓΗ: Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010


ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ




ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Του Σερ Στήβεν Ράνσιμαν
==========================

Χάρις στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἡ Χριστιανική θρησκεία ἦλθε στόν κόσμο αὐτό σέ μία μοναδική στιγμή τῆς ἱστορίας του. Οἱ Ρωμαῖοι εἶχαν μόλις ὁλοκληρώσει τήν κατάκτηση ὅλου του μεσογειακοῦ κόσμου, προσφέροντας ἔτσι μία τεράστια ἔκταση, ὅπου ἄνθρωποι καί ἰδέες μποροῦσαν νά ταξιδεύουν ἀνεμπόδιστα. Περισσότερο ἴσως σημαντικό ἦταν τό γεγονός ὅτι στήν πολιτισμική ζωή αὐτῆς τῆς περιοχῆς δέσποζαν σοφοί καί διδάσκαλοι, γαλουχημένοι στίς παραδόσεις τοῦ Κλασσικοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου.
Ἡ ἐξαιρετική ἐμβρίθεια τῶν φιλοσόφων, ἐπιστημόνων καί καλλιτεχνῶν, πού ἀρχικῶς συναντᾶμε στίς περιοχές τοῦ Αἰγαίου πελάγους, ἁπλώθηκε, χάρις στήν τόλμη τῶν Ἑλλήνων καί τίς κατακτήσεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, σέ ὅλες τίς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου. Οἱ μεγάλες καί ἐπιφανεῖς πόλεις πού εἶχαν ἀνθήσει στό πέρασμα τῶν Μακεδόνων, ἰδιαιτέρως ἡ Ἀλεξάνδρεια στήν Αἴγυπτο, τώρα διέθεταν σοφούς ἀναθρεμμένους στήν Ἑλληνική παράδοση, πού εἶχε ἐμπλουτισθεῖ καί ἀπό τίς παραδόσεις τῶν παλαιοτέρων αὐτοκρατοριῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἀκόμη καί αὐτή ἡ Ρώμη καί οἱ δορυφόροι της προσέβλεπαν στήν Ἑλλάδα γιά τήν πολιτισμική ὑποδομή τους.
Ἔτσι, ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία ἀπό τά πρῶτα της χρόνια εἶχε νά ἀντιμετωπίσει τήν πρόκληση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τί ἐννοοῦμε μέ τόν όρο «Ἑλληνισμός»; Δέν εἶναι ταυτόσημος μέ τόν Ἑλληνικό Ἐθνισμό, ἄν καί οἱ σημερινοί Ἕλληνες δικαίως μποροῦν καί διεκδικοῦν τή συγγένεια μέ τούς διανοητές καί καλλιτέχνες τῆς κλασσικῆς Ἑλλάδας, τῶν ὁποίων τή γλώσσα καί τή γῆ κληρονόμησαν.
Νομίζω πώς Ἑλληνισμός εἶναι βασικῶς μία στάση τοῦ νοῦ, ἡ ἀναζήτηση μίας ἑρμηνείας τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο ζοῦμε, ἡ ἐπιμονή γιά τή γνώση ὅλων τῶν φαινομένων του καί ἡ ἐλπίδα πώς μποροῦμε νά κατανοήσουμε τά λάθη, τίς θλίψεις καί τίς τραγωδίες του, πράγμα πού τελικῶς θά μᾶς καταστήσει ἱκανούς νά φθάσουμε στήν ἁρμονία πού τό ἀνθρώπινο γένος πρέπει νά ποθεῖ. Ἦταν ἕνα τρομακτικό καθῆκον. Πολλοί ἕλληνες φιλόσοφοι – καί πολλοί φιλόσοφοι σήμερα – ἦσαν εἰλικρινά ἀπαισιόδοξοι. Ὅμως ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστιανισμοῦ φάνηκε σέ ἄλλους νά προσφέρει μία λύση. Ἡ αὐστηρή ἐμμονή του στίς ἠθικές ἀξίες, σέ συνδυασμό μέ τήν ἔμφαση πού ἔδινε στήν ἀγάπη καί τήν πίστη του στήν τελική λύτρωση, γοήτευσε πολλούς στοχαστές. Ἀλλά γιά νά γίνει ἀποδεκτός στόν κόσμο τῆς διανοήσεως, ὄφειλε νά συνταυτισθεῖ τρόπον τινά μέ τόν κυρίαρχο Ἑλληνισμό. Καί ἦταν τό μεγάλο ἐπίτευγμα τῶν πρώτων Χριστιανῶν Πατέρων, κυρίως, νομίζω, τῶν Καππαδοκῶν, τό ὅτι μπόρεσαν καί ἐξέφρασαν τό Χριστιανικό δόγμα μέ ὅρους πού ἦσαν ἀποδεκτοί ἀπό τούς φιλοσόφους. Οἱ δέ μεγάλες Οἰκουμενικές Σύνοδοι πρόσφεραν τό φιλοσοφικό ὑπόβαθρο, τό ὁποῖο χρειαζόταν ἡ Ἐκκλησία.
Ἡ συμμαχία μέ τόν Ἑλληνισμό διασφάλισε τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου καί τή μεγάλη ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐμφανίζονταν τάσεις πού ἀπέρριπταν τήν Ἑλληνική προσέγγιση. Ἦσαν οἱ πιστοί πού ἔμεναν ἀποκλειστικά στό ἑβραϊκό ὑπόβαθρο τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ φονταμενταλιστές, πού ὑπῆρχαν μέχρι σήμερα καί πού ἐπέμεναν στήν αὐστηρή τήρηση ἄκαμπτων ἠθικῶν κανόνων καί τελετουργικῶν τυπικῶν καί στήν κατά γράμμα ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Περισσότερο ἀξιοσημείωτη καί καθοριστική εἶναι ἀκόμη ἡ γενική τάση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καί τῶν διαδόχων τους νά υἱοθετοῦν μία ἄκαμπτη στάση στή θεολογία τους. Τοῦτο ὀφείλεται στίς ἱστορικές συγκυρίες.
Ὅταν ἡ Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία κατέρρευσε ἀπό τίς βαρβαρικές καταλήψεις, ἦσαν δυτικές, λιγότερο πολιτισμένες, ἐπαρχίες, πού ἔπεσαν πρῶτες στά βαρβαρικά χέρια. Κι ὅταν οἱ Ρωμαῖοι διοικητές ἀναγκάσθηκαν νά παραιτηθοῦν, ἡ μόνη ἐναπομείνασα μορφωμένη τάξη ἦταν ὁ κλῆρος. Αὐτός δέν περιορίσθηκε μόνο στό καθῆκόν του νά μεταστρέψει στόν Χριστιανισμό τούς εἰσβολεῖς. Ἐπί πλέον προμήθευσε τούς νέους ἄρχοντες μέ ἐγγραμμάτους ὑπαλλήλους καί, πρό πάντων, νομικούς. Ὁ νόμος ἦταν ἡ μεγάλη συμβολή τῶν Ρωμαίων στόν πολιτισμό. Πλήν ὅμως ἡ ἄκαμπτη ἐφαρμογή του ἦταν ἀντίθετη πρός τήν παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Οἱ Ρωμαῖοι θεολόγοι ἀπαιτοῦσαν ἀκριβεῖς φόρμουλες καί λογικά ἐπιχειρήματα, ὅπως ἀναπτύχθηκαν ἀπό ἐκεῖνον τόν ἀξιόλογο διανοητή, τόν Θωμά Ἀκινάτη.
Στίς Ἀνατολικές ἐπαρχίες ὅμως, στό Βυζάντιο, οἱ νομικοί δέν ἀνῆκαν στόν κλῆρο, ἦσαν λαϊκοί, καί μία πιό φιλελεύθερη θεολογία ἦταν ἐπιτρεπτή, ἐνῶ τηροῦνταν ἀνέπαφα τά θεμελιώδη Χριστιανικά δόγματα, τό δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως καί τό δόγμα τῆς Σωτηρίας. Πρό πάντων, ἐνῶ οἱ Δυτικές Ἐκκλησίες δέν αἰσθάνονταν ποτέ ἄνετα μέ τούς μυστικούς πού ἐμφανίζονταν στούς κόλπους των, - ἄν καί δέν ἦταν δυνατόν νά μήν ἀναγνωρίσουν τήν ἁγιότητα κάποιων μορφῶν, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ καί ἡ Ἁγία Τερέζα τῆς Ἀβίλα - στήν Ἀνατολική Ἐκκλησία ὁ μυστικός ἦταν ἐλεύθερος νά βρεῖ τόν δικό του δρόμο πρός τήν σωτηρία. Ἐδῶ εἶχε διατηρηθεῖ ἡ Ἑλληνική στάση. Δέν ὑπῆρξε ποτέ καμιά σοβαρή προσπάθεια νά ἐμποδιστεῖ ἡ προσωπική ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ.
Σέ αὐτό τόν βαθμό ἡ παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἔχει ἐπιζήσει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νομίζω πώς εἶναι ἀκόμη ἀπαραίτητη σήμερα. Ἡ προσπάθεια τῶν Δυτικῶν Ἐκκλησιῶν νά ἐκσυγχρονίζουν τή θρησκεία περιορίζει τό αἰώνιο μήνυμά της καί ἡ μέριμνα νά ὑποτάξουν τήν θεολογία στή λογική συμφώνως πρός τά σύγχρονα κοσμικά στερεότυπα ἁπλῶς ὁδηγεῖ τόν λαό τοῦ Θεοῦ στόν ἀγνωστικισμό ἤ ἀκόμη καί τόν ἀθεϊσμό. Ἄν ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι διατηρήσουν τήν συμμαχία τους μέ τόν Ἑλληνισμό, θά μπορέσουν νά διατηρήσουν τήν πνευματικότητά τους. Ἲσως μετά ἀπό ἕναν αἰώνα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά εἶναι ἡ μόνη ἀπό τίς μεγάλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες πού θά ἔχει ἐπιζήσει, ἀφοῦ μόνη αὐτή θυμᾶται πώς ἡ θρησκεία εἶναι μυστήριο καί πώς ὁ Χριστιανός, βοηθούμενος ἀπό τούς φιλοσόφους καί τούς θεολόγους τοῦ παρελθόντος καί ὄχι τρομοκρατούμενος ἀπό αὐτούς, δύναται νά ἀκολουθήσει τίς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί μαζί μέ τούς ὁμοπίστους ἀδελφούς του, παραμένοντας εὐπειθές τέκνο τῆς Ἐκκλησίας του, νά βρεῖ τόν δικό του δρόμο πρός τη σωτηρία.
ΠΗΓΗ: ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, 
Ἐπιμέλεια Ἄρης Κουτρής "ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.